Τρίτη 8 Απριλίου 2014

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Α΄ ΤΑΞΗΣ

                                                        Γράφει η καθηγήτρια Ελένη Αρκουλή

  Στα πλαίσια του μαθήματος της Οδύσσειας, οι μαθητές του Α4 τμήματος  (Α΄ Γυμνασίου) ανέλαβαν μια ερευνητική εργασία. Αναζήτησαν ιστορίες, μύθους και θρύλους της Πάρου που μεταδίδονταν  από γενιά σε γενιά με την προφορική παράδοση.  Πρόκειται για ιστορίες που φώτιζαν τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες   και δρόσιζαν τις καλοκαιρινές βεγγέρες στα πεζούλια των χωριών.
Παίρνοντας λοιπόν αφορμή από τους μύθους που ο Όμηρος ενσωμάτωσε στην Οδύσσεια, οι μαθητές με συνεντεύξεις ή έρευνα σε σχετικές  εκδόσεις και το διαδίκτυο, μας έφεραν τις ιστορίες που ακολουθούν. Απολαύστε τις……


Η Αγία Τριάδα
               Την ιστορία αυτή μας έφερε ο Μαριάνο Σωτήρη από το  τμήμα Α4.

                                                        Προέρχεται από το διαδίκτυο.

    Θα σας διηγηθούμε μια ιστορία που διαδραματίστηκε πολλά χρόνια πριν, όταν η Ελλάδα ήταν ακόμη σκλαβωμένη στους Τούρκους.

     Εδώ στα  νησιά μας και ειδικά στο νησί της Πάρου, που ήταν πιο εύφορο, συχνά έκαναν επιδρομές οι πειρατές. Μια φορά κάποιο πειρατικό καράβι έφτασε στην Τρυπητή. Ένας από τους πειρατές τη νύχτα πήρε μαζί του όλα τα χρήματα κι όλο το χρυσάφι του πλοίου  που είχαν αρπάξει οι πειρατές κι έφυγε.

   Τη νύχτα έφτασε σε μια κατοικιά στην περιοχή Μάλτες. Εκεί ζούσε ένας πατέρας με την κόρη του. Αφού του πρόσφεραν φαγητό, η κόρη, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα του φιλοξενούμενου,  πήγε τον πειρατή να κοιμηθεί στον αχυρώνα. Εκεί κατάλαβε ότι ο ντουρβάς (σακί) που είχε ο ξένος στην πλάτη του ήταν γεμάτος  χρήματα και θησαυρούς. Τη νύχτα, πατέρας και κόρη αποφάσισαν  να σκοτώσουν τον πειρατή και να πάρουν τα χρήματα. Έτσι κι έγινε.
Μετά από πολλά χρόνια τύψεων για την κακή πράξη που είχε κάνει ο πατέρας, αποφάσισε να πάει να εξομολογηθεί σε κάποιον κληρικό. Εκείνος για να  του απαλύνει τις τύψεις, του είπε να προσφέρει ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων για να κατασκευαστεί ένας ιερός ναός. Έτσι, λένε, ότι ξεκίνησε το χτίσιμο του ναού της Αγίας  Τριάδας στις Λεύκες και ολοκληρώθηκε μετά από  προσφορές και προσωπική εργασία πολλών ανθρώπων. Χάρη σε αυτούς, ολοκληρώθηκε το έργο και σήμερα  είναι από τα πιο όμορφα αξιοθέατα του χωριού.
 
Θαύμα στον Άη Γιάννη τον Θεολόγο….

Την ιστορία μας έφερε ο Βίκτορας Σκιαδάς που του την αφηγήθηκε ο πατέρας του, Πέτρος Σκιαδάς, και την πληκτρολόγησε η Πολυξένη Σωτήρη
 
  

Επί τουρκοκρατίας, ήτανε κόσμος μαζεμένος στον Άγιο Ιωάννη τον  Θεολόγο στη Τρυπητή της Πάρου, την ημέρα που γιόρταζε ο Άγιος. Ξαφνικά, επιτέθηκαν πειρατές!  Όλος ο κόσμος  πανικόβλητος, κρύφτηκε μέσα στη σπηλιά,  όπου βρίσκονταν το εκκλησάκι. Άρχισαν τότε να προσεύχονται στον Άη - Γιάννη τον Θεολόγο να τους προστατέψει από τους πειρατές.  Ξάφνου,  άνοιξε μια τρύπα στον βράχο στα βάθη της σπηλιάς και πέρασε ο κόσμος από εκεί  μέσα. Έτσι φύγανε όλοι γρήγορα μακριά από την εκκλησία. Όταν μπήκανε οι πειρατές μέσα, όλος ο κόσμος είχε σωθεί εκτός από μια γιαγιά που δεν μπόρεσε να φύγει και την σκότωσαν…

 


ΟΙ ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΑΤΟΝΤΑΠΥΛΙΑΝΗΣ

                                                   Γράφει ο μαθητήςΣωτήρη Μαριάνο

     Σύμφωνα με το λαϊκό θρύλο, την ιουστινιάνεια εκδοχή της Εκατονταπυλιανής έχτισε ο πρώην βοηθός του πρωτομάστορας της Αγια - Σοφιάς, ο Ιγνάτιος. Όταν ο μαθητής ολοκλήρωσε το έργο του, κάλεσε τον δάσκαλό του για να το θαυμάσει. Ωστόσο ο φθόνος τρύπωσε στην καρδιά του πρωτομάστορα μόλις αντίκρισε το αριστούργημα του Ιγνάτιου.

     Από φόβο μήπως ο πρώην μαθητής του τον ξεπεράσει σε δόξα, τον παρέσυρε στην οροφή με σκοπό τάχα μου να του υποδείξει ένα σοβαρό αρχιτεκτονικό του λάθος. Στη συνέχεια τον έσπρωξε με σκοπό να τον σκοτώσει. Ωστόσο ο Ιγνάτιος, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σωθεί, κρατήθηκε από τα ρούχα του δασκάλου του, με αποτέλεσμα να πέσουν και οι δυο στο κενό και να σκοτωθούν μπροστά στο ναό.

Υποτίθεται λοιπόν ότι οι δύο ανάγλυφες μορφές παρασταίνουν η μία τον πρωτομάστορα και η άλλη το μαθητή του.

      Στην πραγματικότητα οι δυο μορφές δεν έχουν την παραμικρή σχέση ούτε με την Αγιά Σοφιά ούτε με την Εκατονταπυλιανή, καθώς είναι πολύ παλιότερες. Πρόκειται για δύο σατύρους, που αποσπάστηκαν από κάποιο αρχαίο ιερό του Διονύσου, όπως και τόσα άλλα αρχαιολογικής αξίας αρχαία μέλη.

     Εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν αρκετά διαδεδομένο θρύλο στην ελληνική επικράτεια, τον οποίο συναντάμε π.χ. με κάποιες μικρές παραλλαγές στην Παναγία την Παρηγορίτισσα της Άρτας, ενώ εξίσου διαδεδομένη ήταν η λαϊκή δοξασία, ότι για να στερεώσει ένα μεγάλο κτίσμα έπρεπε να ποτιστεί με αίμα, και κυρίως να θυσιαστεί άνθρωπος στα θεμέλια του.

     Ένα έθιμο το οποίο παραμένει ενεργό μέχρι τις μέρες μας, καθώς δε νοείται να χτιστεί ένα καινούργιο σπίτι χωρίς να σφαχτεί κοκόρι στα θεμέλια του.

 
Το μέλι : Λαϊκό παραμύθι από τις Λεύκες της Πάρου.

Το παρακάτω παραμύθι προέρχεται από έκδοση του Νηπιαγωγείου Λευκών,   με την επιμέλεια της κ. Γιάννας Σέργη. Το παραμύθι αυτό το κατέγραψε ο Γιώργος Ρούσσος και το πληκτρολόγησε η Εμμανουέλα Ξανθοπούλου.

   Κάποτε ένα παιδί, καθώς σκάλιζε τον κήπο του, βρήκε μια δεκάρα. Σκέφτηκε λοιπόν να πάρει κάτι το οποίο θα είναι χρήσιμο για το σπίτι. «Θα πάω να πάρω ένα βάζο μέλι» είπε. Και έτσι έγινε. Πήρε το μέλι, πήγε σπίτι του και σκέφτηκε να το βάλει σε μια γούρνα  που πίνουν τα ζώα νερό έτσι ώστε να φαίνεται περισσότερο. Άρχισε λοιπόν να τρώει και όταν χόρτασε, πήγε να φύγει, αλλά το χέρι του δεν μπορούσε να ξεκολλήσει.

   Η μητέρα του ψάχνοντάς το, πήγε και αυτή να δοκιμάσει το μέλι αλλά έπαθε το ίδιο. Έτσι έγινε και με τον πατέρα, ο οποίος τους έψαχνε και αφού τους βρήκε, δοκίμασε και εκείνος το μέλι και κόλλησε μαζί τους.

     Κάποια στιγμή περνούσε από εκεί ο μανάβης. «Λάχανα, λάχανα», φώναξε αλλά δεν πήρε απάντηση. Έτσι άρχισε να ψάχνει και, αφού τους βρήκε κολλημένους στο μέλι, είπε να δοκιμάσει και κόλλησε και αυτός.

 Πέρασε αρκετή ώρα και ο γάιδαρος άρχισε να ανησυχεί και να ψάχνει το αφεντικό του. Πήγε στην αυλή και μόλις τους είδε όλους κολλημένους γύρισε τον πισινό του και αερίστηκε (πρ!!!)  και έτσι ξεκόλλησαν όλοι από το μέλι και ο καθένας πήγε στη δουλειά του.